Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει Ρωμιοσύνη ...δεν υπάρχει νερό μονάχα φως...

Έχουμε χρεοκοπήσει οικονομικά, πολιτικά και ηθικά.

ΓΝΩΜEΣ
ΟΙ ΘΥΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ

Γράφει: Σπύρος Εργολάβος
Σκληρές και επώδυνες μέρες περιμένουν, για μια ακόμα φορά, τον Ελληνικό Λαό। Η χώρα βρίσκεται σε πλήρη χρεοκοπία˙ όχι στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, όπως μας διαβεβαιώνουν οι πολιτικοί μας, που πασχίζουν να μας σώσουν. Όταν το Κράτος αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και εκλιπαρεί – σύροντας το δίσκο της επαιτείας – τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να τη δανείσουν με χαμηλά επιτόκια, όχι για να προχωρήσει σε έργα υποδομής και ανάπτυξης που θα τη βγάλουν από την κρίση, αλλά για να ξεπληρώσει άλλα προηγούμενα χρέη και να συνεχιστεί έτσι ο φαύλος κύκλος του δανεισμού και της αποπληρωμής των χρεών, τότε είμαστε ήδη χρεοκοπημένοι. Έχουμε χρεοκοπήσει ήδη, όχι μονάχα οικονομικά˙ έχουμε χρεοκοπήσει πολιτικά και ηθικά.
Σʼ αυτή την πολυπρόσωπη χρεοκοπία μας έχουν οδηγήσει – αυτοί που τριάντα έξι χρόνια τώρα, από τον καιρό της λεγόμενης "μεταπολίτευσης" μέχρι σήμερα, κυβέρνησαν τούτο το δύσμοιρο τόπο. Μερικοί – που μας περνάνε για αφελείς – κάνουν λόγο για την καλύτερη, από άποψη ομαλής λειτουργίας των θεσμών, περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας. Στην πραγματικότητα όμως έχουν εγκατασταθεί εξουσιαστικές δομές φεουδαρχικού χαρακτήρα, όπως η μεταλλαγμένη επιβίωση του δυναστικού συνδρόμου στην πολιτική ζωή, που έχει μετατραπεί σε ιδιωτική υπόθεση των πολιτικών δυναστειών και των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν αναπόφευκτο να φτάσουμε στη σημερινή χρεοκοπία. Θλιβεροί υπουργοί και υφυπουργοί – απλοί πρωθυπουργικοί κομπάρσοι – άβουλοι βουλευτές – απλοί χειροκροτητές των εκάστοτε πρωθυπουργικών δηλώσεων και αποφάσεων, όλο αυτό το συνονθύλευμα των κομματικών και κρατικών αξιωματούχων, είναι οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί της χρεοκοπίας της χώρας μας.
Σε δραματικούς τόνους ο πρωθυπουργός της χώρας, μιλώντας στους βουλευτές του κόμματός του ζήτησε "συστράτευση για τη σωτηρία της χώρας". Δεν έκρυψε μάλιστα τη συγκίνησή του για τη στάση, όπως είπε, των πολιτών και την επιδοκιμασία των ενεργειών του:
"Συγκινούμαι – είπε, προς τους εξίσου συγκινημένους βουλευτές του – όταν βλέπω ανθρώπους του μόχθου στο δρόμο να μου λένε ότι είναι έτοιμοι να θυσιάσουν το μισθό τους για την πατρίδα".
Και πρόσθεσε, με αποφασιστικότητα:
"Δεν θα επιτρέψω να πίνουν εις υγείαν του κορόιδου, όσοι πλούτισαν από πλιάτσικο σε βάρος του δημοσίου".
Η φράση αυτή καταχειροκροτήθηκε από τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος.
Πάντως "το κορόιδο" για το οποίο μίλησε ο πρωθυπουργός είναι ο Λαός, είμαστε εμείς οι πολίτες. Αναζητούνται ασφαλώς, "όσοι πλούτισαν από πλιάτσικο σε βάρος του Δημοσίου και πίνουν εις υγείαν του κορόιδου". Αυτοί, να είστε βέβαιοι, έπιναν, πίνουν και θα πίνουν εις υγείαν του κορόιδου".
Αυτό, άλλωστε, βγαίνει και από όσα είπε, την επόμενη μέρα, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, βγαίνοντας από το πρωθυπουργικό γραφείο, όπου ενημερώθηκε από τον πρωθυπουργό για τα νέα σκληρά μέσα.
"Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν – δήλωσε – είναι μονομερή, κοινωνικά άδικα και το κορόιδο που θα πληρώσει είναι ο Λαός".
Και να λάβετε υπόψη ότι τα λόγια αυτά ειπώθηκαν από ένα – διαχρονικά – διακεκριμένο κομματικό – συνδιλικαστικό – στέλεχος, και όχι από έναν εκπρόσωπο της αντιπολίτευσης.
Νιώθει κανείς θλίψη και ντροπή για όσα, τόσα χρόνια, συμβαίνουν σε τούτο τον τόπο που λέγεται Ελλάδα. Κάθε λίγο και λιγάκι, αφού οδηγούμαστε στο χείλος του γκρεμού, εμφανίζονται και κάποιοι αυτόκλητοι σωτήρες που είναι πρόθυμοι να μας υποβάλουν σε θυσίες, για να μπορέσουν να μας σώσουν. Μάλιστα χρησιμοποιούν ως υπέρτατο νόμο τη σωτηρία της πατρίδας. Ως νέοι καίσαρες της παραπαίουσας Ρώμης, επαναλαμβάνουν:
"Salus patriae suprema lex esto".
Και τούτη η δύσμοιρη πατρίδα μας, όλο σώζεται και όλο χρεοκοπημένη είναι. Και εμείς οι πολίτες – θύματα πάντα των αυτόκλητων σωτήρων μας – εναποθετούμε σʼ αυτούς τις ελπίδες της σωτηρίας μας.
Με βάση τα, επί 36 χρόνια, πολιτικά δεδομένα της πατρίδας μας – δε μιλάω για τα πολιτικά δεδομένα τούτης της πόλης, την οποία θλιβεροί πρωθυπουργικοί κομπάρσοι, με "άνωθεν εντολή", όπως οι ίδιοι κυνικά και αδιάντροπα διακηρύττουν, την έχουν βυθίσει στο πηχτό σκοτάδι του μεσαίωνα εξευτελίζοντας τα πάντα, και πρώτα τους εαυτούς τους – βρίσκεται κανείς σε πλήρη αδυναμία να εξηγήσει τα συμβαίνοντα, όχι μόνο από την άποψη των πολιτικών, αλλά, κυρίως, από την άποψη – ημών – των πολιτών. Εμείς είμαστε τα θύματα, ή αν θέλετε, εμείς είμαστε τα πρόβατα.
"Το πρόβατο – είχε πει κάποτε ο Αβέρωφ – έξω από το μαντρί, το τρώει ο λύκος". Λέγοντας "μαντρί" εννοούσε τα πολιτικά κόμματα, και λέγοντας "πρόβατο" εννοούσε τους βουλευτές. Σήμερα – δηλαδή εδώ και αρκετά χρόνια – το σκηνικό έχει αλλάξει. Το επίσημο Κράτος έχει μετατραπεί σε "μαντρί". Μέσα και έξω από το "μαντρί" βρίσκονται οι κάθε λογής "λύκοι", δηλαδή οι ποικίλες εξουσιαστικές δομές φεουδαρχικού χαρακτήρα, οι κληρονομικά εδραιωμένες πολιτικές δυναστείες και τα πάσης φύσεως οικονομικά συμφέροντα που τις στηρίζουν και, μέσα απʼ αυτές, εξυπηρετούνται και τα ίδια. Και μέσα στο "μαντρί" βρίσκονται – βρισκόμαστε δηλαδή – και τα "πρόβατα".
Και με αυτά τα δεδομένα, τι γίνεται;
Την απάντηση μας την έχει δώσει ο Καζαντζάκης:
"Αν είσαι πρόβατο – λέει – κάτσε να σε φάει ο λύκος. Γίνε όμως λιοντάρι για να μην αφήσεις το λύκο να σε φάει".
Προσέξτε όμως τη διατύπωση της φράσης:
Δε λέει γίνε λύκος για να τρως κι εσύ τα πρόβατα, αλλά "γίνε λιοντάρι για να μην αφήσεις το λύκο να σε φάει".
Και για να λέμε τα πράγματα και τα πρόσωπα με το όνομά τους:
Οι λύκοι – και συνεπώς οι ένοχοι που οδήγησαν τη χώρα μας στη χρεοκοπία – έχουν όνομα, είναι συγκεκριμένοι: είναι οι κυβερνήσεις των δύο μεγάλων κομμάτων, των τελευταίων 36 ετών της λεγόμενης "μεταπολίτευσης", οι υπουργοί, οι βουλευτές, οι διοικητές των δημόσιων οργανισμών, οι κρατικοί και κομματικοί αξιωματούχοι – περιφερειάρχες, νομάρχες, δήμαρχοι, κάθε λογής σύμβουλοι – που λυμαίνονταν το δημόσιο πλούτο: Είναι αυτοί που ευθύνονται για το έγκλημα του χρηματιστηρίου, αυτοί που κατασπατάλησαν τρία κοινοτικά προγράμματα, αυτοί που δημιούργησαν τα σκάνδαλα της Siemens, των ομολόγων, του Βατοπεδίου και των άγονων γραμμών, για τα οποία κανένας, μέχρι σήμερα δεν τιμωρήθηκε.
Τα πρόβατα που πρέπει να γίνουμε λιοντάρια είμαστε εμείς οι απλοί πολίτες που πληρώνουμε τα ανομήματα αυτών των λύκων. Να γίνουμε, λοιπόν, λιοντάρια, να οργανώσουμε τις κοινωνίες των πολιτών – το αντίπαλο αυτό δέος της πολιτικής ασυδοσίας – και να απαιτήσουμε από τους "λύκους", να κάνουν πλήρη απολογισμό των ενεργειών τους – όχι, βέβαια, μέσα από τα καραγκιοζιλίκια των εξεταστικών επιτροπών και από την κοροϊδία του "πόθεν έσχες" - και ό,τι απέκτησαν, αυτά τα χρόνια που ήταν στην εξουσία – βίλες, πισίνες, μετοχές, γραφεία, καταθέσεις στο εξωτερικό, κάθε μορφής κτήματα – που δεν δικαιολογούνται από άλλη – διάφανη – επαγγελματική δραστηριότητα, να τα επιστρέψουν εκεί απʼ όπου τα έφτιαξαν, γιατί δεν τους ανήκουν. Αυτά ανήκουν στο Λαό! Και πρέπει αυτό να το κάνουμε, γιατί αρκετοί από αυτούς που κατέκλυσαν την πολιτική σκηνή, όλα αυτά τα χρόνια, μοιάζουν με τους "ψωριασμένους Βαυαρούς κόντηδες", όπως τους ονομάζει ο Μακρυγιάννης, έφαγαν, ήπιαν, έκλεψαν και τώρα "κοροϊδεύουν εμάς τους ανόητους Έλληνες".
Μόνο έτσι θα πάψει η πολιτική που ασκείται στον τόπο μας να είναι ξένη – εχθρική θα έλεγα – προς την ηθική. Γιατί αυτό που ασκείται, όλα αυτά τα χρόνια στον τόπο μας, δεν είναι το αληθινό πρόσωπο, είναι το προσωπείο της πολιτικής – που διψάει για εξουσία και για εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων.
Να πάψουμε, λοιπόν, να είμαστε "πρόβατα" και να γίνουμε "λιοντάρια", αν θέλουμε να σωθούμε από τους "λύκους". Αν αυτό δεν το πράξουμε, η ευθύνη θα ανήκει ολοκληρωτικά σε μας τους ίδιους. Τότε, ας έχουμε υπόψη – παραφράζοντας γνωστή φράση του Ρίτσου – πως κάθε νέα σωτηρία θα είναι μια νέα χρεοκοπία.
Και αυτός ο αγώνας πρέπει να αρχίσει από τούτον εδώ τον τόπο, από τα Γιάννινα, που είναι ακόμα Τουρκοκρατούμενα και μια απόλυτη δεσποτική εξουσία διαχειρίζεται ανεξέλεγκτα τεράστιες περιουσίες που ανήκουν σʼ εμάς τους πολίτες και δηλητηριάζει την πολιτική και ηθική ζωή αυτού του τόπου. Εδώ χρειάζονται "λιοντάρια" για να μη μας φάνε "οι λύκοι".

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Πιλάτω παρίσταται


ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ
Πιλάτω παρίσταται…

Του ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΤΡΙΤΟΥ, καθηγητού Α.Π.Θ.

Κεντρικό πρόσωπο του Θείου Πάθους υπήρξε αναμφίβολα ο Πόντιος Πιλάτος. Πρόκειται για το ρωμαίο Έπαχο της Ιουδαίας (26-36 μ.Χ.), ο οποίος προέστη της δίκης του Ιησού και διέταξε τη σταύρωσή του. Σύμφωνα με την παράδοση ανήκε στην τάξη των ιππέων και προερχόταν από το Σαμνιτικό γένος των Ποντίων. Ακολούθησε πολιτική, που προκάλεσε την εχθρότητα των Ιουδαίων, επειδή πρόσβαλε το θρησκευτικό τους αίσθημα. Αναφέρεται ότι οι Σαμαρείτες έκαναν αναφορά εναντίον του στο στρατιωτικό διοικητή της Συρίας Βιτέλλιο, ύστερα από επίθεσή του εναντίον τους στο όρος Γαριζίν (36 μ.Χ.). Για όλους αυτούς τους λόγους πήρε εντολή να επιστρέψει στη Ρώμη για να δικασθεί. Σύμφωνα με μη επιβεβαιωμένη παράδοση του δ’ αι. ο Πιλάτος αυτοκτόνησε το 39 μ.Χ..
Στο διάστημα της θητείας του ως Ρωμαίου επάρχου της Ιουδαίας είχε ως έδρα την παραλιακή Καισάρεια της Παλαιστίνης. Κατά τη διάρκεια των μεγάλων ιουδαϊκών γιορτών ή όταν οι υπηρεσιακές ανάγκες το απαιτούσαν πήγαινε στα Ιεροσόλυμα για την καταστολή ή πρόληψη ταραχών. Έμενε κοντά στο ναό του Σολομώντος, στο Φρούριο Αντώνια, όπου ήταν το Δικαστικό Μέγαρο, που ονομαζόταν Πραιτώριο.
Σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ευαγγελίων η στάση του Πιλάτου απέναντι στο Χριστό παίχθηκε στις εξής φάσεις:

1. Ο Πιλάτος στρέφεται στους Φαρισαίους και τους ρωτάει «τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά του ανθρώπου τούτου;» (Ιωαν. ιη’, 29-30), για να πάρει την απάντηση «ει μη ήν ούτος κακοποιός, ουκ αν σοι παρεδώκαμεν αυτόν». (Ιωάν. ιη’, 30). Η ανταπάντηση του Πιλάτου ήταν «λάβετε αυτόν υμείς και κατά τον νόμον υμών κρίνατε αυτόν» (Ιωάν. ιη’, 32). Έτσι διαμορφώνονται δύο κατηγορίες εναντίον του Ιησού. Η πρώτη ότι υποκίνησε επανάσταση του λαού και η δεύτερη ότι ισχυριζόταν ότι είναι επίγειος βασιλεύς.
2. Ο Πιλάτος ρωτάει ειρωνικά το Χριστό αν είναι βασιλεύς των Ιουδαίων. Ο Ιησούς απαντά «η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου». (Ιωάν. ιη’ 36) και «εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία» (Ιωάν. ιη’ 37). Στη συνέχεια ο Πιλάτος στρέφεται στο λαό λέγοντας «εγώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω εν αυτώ» (Ιωάν. ιη’ 39). Ο λαός, όμως, ξεσπάει σε κατηγορίες εναντίον του Ιησού.

3. Ο Πιλάτος εκμεταλλεύεται τη συνήθεια απονομής χάριτος σε Εβραίο κατάδικο κατά τη γιορτή του εβραϊκού Πάσχα για να αθωώσει τον Ιησού. Στις φυλακές υπήρχε ο γνωστός κατάδικος Βαραββάς, ο οποίος σε κάποια επανάσταση στα Ιεροσόλυμα είχε διαπράξει φόνο. Τη στιγμή κατά την οποία οι Εβραίοι είχαν συγκεντρωθεί, τους ρώτησε ο Πιλάτος. «Τι να θέλετε απολύσω υμίν; Βαραββάν ή Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν;» (Ματθ. κζ’, 18). Ενώ βρισκόταν στο βήμα κάποιος τον πληροφορεί για το όνειρο της γυναίκας του Κλαυδίας, η οποία παρακαλεί τον άνδρα της να φανεί ευμενής προς τον Ιησού, γιατί πολλά υπέφερε στο όνειρό της την περασμένη νύχτα εξαιτίας του. Στο ερώτημα του Πιλάτου «τίνα θέλετε από τον δύο απολύσω υμίν;» (Ματθ. κζ’, 21) ο λαός ζητεί την απόλυση του Βαραββά. Στο ερώτημα «τι ουν ποιήσω Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν;» (Ματθ. κζ’, 22) η απάντηση ήταν «σταυρωθήτω» (Ματθ. κζ’, 24).

4. Ο Πιλάτος, βλέποντας ότι δεν γίνεται τίποτε, πλένει τα χέρια του και λέγει στο λαό «αθώος ειμί από του αίματος του δικαίου τούτου· υμείς όψεσθε» (Ματθ. κζ’, 25), για να πάρει την απάντηση «το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Ματθ. κζ’, 26).

5. Ο Πιλάτος φθάνει στην τελική απόφαση. Απέλυσε για χάρη του λαού τον Βαραββά, «τον δε Ιησού φραγγελώσας παρέδωκεν ίνα σταυρωθή» (Ματθ. κζ’, 26).

Κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Πιλάτου ήταν η δειλία και ο καιροσκοπισμός.
Αν και είχε την απόλυτη εξουσία να αθωώσει ή να θανατώσει τον Ιησού, υποχώρησε στις κραυγές του όχλου και δεν έκανε αυτό που του επέβαλλε το χρέος. Αν και έξι φορές ομολόγησε την αθωότητα του Ιησού, η δειλία του έφθασε σε τέτοιο σημείο, ώστε να συμβουλεύεται εκείνους, τους οποίους όφειλε να διατάζει. Κάμφθηκε από τους θορύβους του όχλου και «παρέδωκεν αυτόν ίνα σταυρωθή» (Ματθ. κζ’, 26).
Δυστυχώς, όμως, οι Πιλάτοι δεν έλλειψαν ποτέ από τις ανθρώπινες κοινωνίες. Είναι όλοι εκείνοι που θυσιάζουν την αλήθεια στην καιρική σκοπιμότητα. Εκείνοι που κανονίζουν τη στάση τους σε πρόσωπα και γεγονότα όχι με τις επιταγές της συνειδήσεως, αλλά της σκοπιμότητας. Εκείνοι που λένε όχι τι είναι αντικειμενικά σωστό, αλλά ό,τι φαίνεται υποκειμενικά συμφέρον.
Τον Πιλάτο μιμούνται: οι ισχυροί της γης, που ρυθμίζουν τη ζωή και την πολιτική τους ανάλογα με τα συμφέροντά τους, γι’ αυτό ανέχονται και επιβραβεύουν την αδικία σε βάρος κρατών και λαών. Όσοι βλέπουν την αδικία και σιωπούν. Όσοι αναγνωρίζουν το δίκαιο και δεν το υποστηρίζουν. Όσοι θυσιάζουν τα πάντα για να κρατηθούν στη θέση τους. Όσοι κάνουν «στραβά μάτια» στις διάφορες παρανομίες της καθημερινής πρακτικής.
Η ανθρωπότητα σήμερα δεν έχει ανάγκη από Πιλάτους, αλλά από ανθρώπους ακέραιους και ειλικρινείς με καθαρές θέσεις και συνέπεια ζωής. Από ανθρώπους ολοκληρωμένους, που θα σηκώσουν πάνω τους το βάρος της παράλυτης σημερινής κοινωνίας, και θα αγωνισθούν για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την κοινωνική δικαιοσύνη, την παγκόσμια ειρήνη και το σεβασμό της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

Ο θούριος του Ρήγα Φεραίου



Ως πότε παλικάρια, θα ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λιοντάρια, στις ράχες στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
να φεύγωμ' απ' τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;

Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο είναι μιάς ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνια, σκλαβιά και φυλακή.

Τι σ' ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πως σε ψένουν, καθ' ώραν στην φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθής
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθής.

Δουλεύεις όλη ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πει,
κι' αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιει.
Ο Σούτζος, κι ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, ειν' να ιδής.

Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι αγάδες, με άδικον σπαθί.
Κι αμέτρητοι άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά αφορμή.

Ελάτε με έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.

Οι νόμοι να 'ν' ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
και της πατρίδος ένας, να γένει αρχηγός.
Γιατί κι η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
να ζούμε σαν θηρία, ειν' πιο σκληρή φωτιά.

Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν
ας πούμ' απ' την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.

Εδώ σηκώνονται οι πατριώτες όρθιοι,
και υψώνοντας τα χέρια προς τον ουρανόν,
κάνουν τον όρκον.

Ω βασιλεύ του κόσμου, ορκίζομαι σε Σε,
στην γνώμην των τυράννων, να μην έλθω ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.

Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
για να τους αφανίσω, θε νάναι σταθερός.
Πιστός εις την πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
αχώριστος για να 'μαι, υπό τον στρατηγόν.

Κι αν παραβώ τον όρκον, ν' αστράψ' ο ουρανός,
και να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός.

Τέλος του όρκου

Σ' ανατολή και δύση, και νότον και βοριά,
για την πατρίδα όλοι, να 'χωμεν μια καρδιά.
Στην πίστιν του καθ' ένας, ελεύθερος να ζη,
στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.

Βουλγάροι κι Αρβανήτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,
Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,
πως είμαστ' αντριωμένοι, παντού να ξακουσθή.

Όσα απ' την τυραννίαν, πήγαν στην ξενητιά
στον τόπον του καθ' ένας, ας έλθη τώρα πιά.
Και όσοι του πολεμου, την τέχνην αγροικούν
Εδώ ας τρέξουν όλοι, τυρράνους να νικούν.

Η Ρούμελη τους κράζει, μ' αγκάλες ανοιχτές,
τους δίδει βιό και τόπον, αξίες και τιμές.
Ως ποτ' οφφικιάλος, σε ξένους Βασιλείς;
έλα να γένης στύλος, δικής σου της φυλής.

Κάλλιο για την πατρίδα, κανένας να χαθή
ή να κρεμάση φούντα, για ξένον στο σπαθί.
Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πιά εχθροί,
αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κ' εθνικοί.

Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,
εκείνοι και δικοί μας, αν είναι, ας χαθούν.
Σουλιώτες και Μανιάτες, λιοντάρια ξακουστά
ως πότε σταις σπηλιές σας, κοιμάστε σφαλιστά;

Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραητοί,
κι Αγράφων τα ξεφτέρια, γεννήστε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσετε για μια,
και αίμα των τυράννων, ρουφήξτε σα θεριά.

Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Χριστιανοί,
με τα άρματα στο χέρι, καθ' ένας ας φανή,
Το αίμα σας ας βράση, με δίκαιον θυμόν,
μικροί μεγάλοι ομώστε, τυρράννου τον χαμόν.

Λεβέντες αντριωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
ο βάρβαρος ως πότε, θε να σας τυραννή.
Μην καρτερήτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
χωθήτε στο μπογάζι, μ' εμάς και σεις μαζί.

Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών,
σαν αστραπή χυθήτε, χτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης και της Νύδρας, θαλασσινά πουλιά,
καιρός ειν' της πατριδος, ν' ακούστε την λαλιά.

Κι οσ' είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά,
οι νόμοι σας προστάζουν, να βάλετε φωτιά.
Με εμάς κι εσείς Μαλτέζοι, γεννήτε ένα κορμί,
κατά της τυραννίας, ριχθήτε με ορμή.

Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει, σας πονεί,
ζητά την συνδρομήν σας, με μητρική φωνή.
Τι σκέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.

Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλης να νικάς.
Συλήστρα και Μπραίλα, Σμαήλι και Κιλί,
Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.

Στρατεύματα σου στείλε, κ' εκείνα προσκυνούν
γιατί στην τυρραννίαν, να ζήσουν δεν μπορούν.
Γκιουρντζή πιά μη κοιμάσαι, σηκώσου με ορμήν,
τον Προύσια να μοιάσης, έχεις την αφορμήν.

Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς
πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανής.
Με τα στρατεύματά σου, ευθύς να συκωθής,
στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθής.

Του Μισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλειά,
δικόν σας ένα μπέη, κάμετε βασιλιά.
Χαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλη ας μη φανή,
για να ψοφήσει ο λύκος, όπου σας τυραννεί.

Με μια καρδιά όλοι, μια γνώμη, μια ψυχή,
χτυπάτε του τυράννου, την ρίζα να χαθή.
Να ανάψουμε μια φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
να τρέξει από την Μπόσνα, και ως την Αραπιά.

Ψηλά στα μπαϊράκια, σηκώστε τον σταυρόν,
και σαν αστροπελέκια, χτυπατε τον εχθρόν.
Ποτέ μη στοχασθήτε, πως είναι δυνατός,
καρδιοκτυπά και τρέμει, σαν τον λαγόν κι αυτός.

Τριακόσιοι Γκιρτζιαλήδες, τον έκαμαν να ιδή,
πως δεν μπορεί με τόπια, μπροστά τους να εβγεί.
Λοιπόν γιατί αργήτε, τι στέκεσθε νεκροί;
ξυπνήστε μην είστε ενάντιοι κι εχθροί.

Πως οι προπάτορές μας, ορμούσαν σα θεριά,
για την ελευθερία, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτσι κι ημείς, αδέλφια, ν' αρπάξουμε για μια
τα άρματα, και να βγούμεν απ' την πικρή σκλαβιά.

Να σφάξουμε τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς και του πελάγου, να λάμψη ο σταυρός,
και στην δικαιοσύνην, να σκύψη ο εχθρός.

Ο κόσμος να γλυτώση, απ' αύτην την πληγή,
κ' ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη.